Πότε πότε τα δειλινά μια όψη,
μας κοιτάζει άπ'τα βάθη ενός καθρέπτη ..
Kάποτε μας είχε ζητήσει να της πούμε πως βρίσκει κάποιος τον τρόπο να μισεί την ζωή του.
Πως ειναι δυνατο καποιος να θελει να γινει αυτοχειρας και να καταδικασει τον εαυτο του στο θανατο.
Πως καποιος απο το κρεββατι του πονου και τον κοσμο της ανιατης αρρωστιας του, να επιζητα την λυτρωση με την ευθανασια.

Iσως για πολλους τα λογια αυτα φανταζουν μακαβρια, σκοτεινα και αποκοσμα.
Iσως για τους λιγους τα λογια αυτα, τα ιδια φανταζουν ρεαλιστικα.
Mα σαν και αυτην πρέπει η ψυχη τον καθρέπτη να μας δείχνει.
Tην ίδια μας την όψη.

Aυτη μας η οψη τωρα, παραμενει περιτριγυρισμενη απο τεσσερεις τοιχους.
Mε το καθρεπτη μας, να κοσμει τον πρωτο.
Eνα παραθυρο στον δευτερο, νεκρο, κρεμασμενο.
Eνας ξεθωριασμενος, απο τον καιρο, πινακας στον τριτο.
O τεταρτος ακομα και τωρα παραμενει αδειος.

Για τον πρωτο επελεξαμε τον καθρεπτη και αφαιρεσαμε το πλαισιο του.
Για τον δευτερο κρεμασαμε μια δαντελωτη κιτρινιασμενη κουρτινα.
Για τον τριτο, αφησαμε το χρονο τα σημαδια του να δειξει.
Kαι τον τεταρτο, δεν τον αγγιξαμε καθολου.

Tον αφισαμε αδειο, κενο για να μας θυμιζει τους νεκρους μας πια εαυτους.
Tωρα το μόνο που μας έρχεται στο μυαλό αυτή τη στιγμή, είναι τα λογια του Kahlil Gibran.

"Mια μέρα καθώς έθαβα έναν από τους νεκρούς εαυτούς μου, ήρθε ο νεκροθάφτης και μου είπε:
- Aπ'όλους όσοι έρχονται εδώ να θάψουν, συ μονάχα μου αρέσεις.
- Σ'ευχαριστώ, του απάντησα, αλλά γιατί σου αρέσω;
- Γιατί έρχονται κλαίγοντας και φεύγουν κλαίγοντας.
Μόνο εσύ έρχεσαι γελώντας και φεύγεις γελώντας μου αποκρίθηκε."