alternatetext


Η Ανθολογία αυτή περιέχει λυρικά ποιήματα , αφού οι περισσότεροι ποιητές στις μέρες μας είναι λυρικοί.
Κριτήριο για την επιλογή των ποιημάτων ήταν η ικανοποίηση μιας απαίτησης που είναι βασική για τον κάθε αναγνώστη μιας ανθολογίας: Να έχει στις σελίδες της όλα όσα θα προσδοκούσε και θα ήθελε να βρει, ποιήματα που έχει μαζί τους μια ιδιαίτερη γνωριμία, που τα έχει αγαπήσει και που θα ήθελε να τα είχε συγκρατήσει στη μνήμη του.
Άλλωστε, όπως αναφέρει ο Ελυάρ στην Ποιητική Ανθολογία του "καλύτερη εκλογή ποιημάτων είναι εκείνη που διαλέγεις για τον εαυτό σου".
Έτσι διαλέξα για εσας …


Το πρώτο χελιδόνι
(Αθανασούλης Κρίτων)

Καλημέρα σας, άνθρωποι! Είπε το πρώτο χελιδόνι
κι έχτισε τη φωλιά του στην καρδιά του Απρίλη
του ελληνικού!
Ω, τι σας φέρνω από τις ζεστές χώρες του Νότου
πάνω σε τούτα τα μικρά φτερά, διασχίζοντας
την τρομερή ατμοσφαίρα του χειμώνα σας!
Καλημέρα, ψαράδες από το Μεσολόγγι, Μοραΐτες ξωμάχοι,
σφουγγαράδες Καλυμνιώτες, νησιώτες θαλασσοψημένοι,
Αθηναίοι γραφιάδες, εμπόροι και μεροκαματιάρηδες!
Έξω αστράφτει η Ελλάδα από το καλοκαίρι!
Το διαλαλούν οι μέλισσες, τα λούλουδα και οι κορυδαλλοί
σαν μια φτηνή κι ανέξοδη πραμάτεια
για τους πολύ φτωχούς,
για τους πολύ απλούς,
για τους πολύ, πολύ, πολύ ανθρώπους.

Μήνυμα
Σιώπα.
Και να θυμάσαι
με πόση δοκιμασία απόχτησες
την αρετή ν’ αγαπάς.

Το αμετάφραστο
Αλεξάνδρου Άρης
Έγραψε ένα ποίημα με λέξεις καθημερινές
(δεντροστοιχία πέτρα κέλυφος χαρτόνι)
έχοντας την πρόθεση να το μεταφράσει
στη μητρική του γλώσσα.
Ανασέρνοντας μια - μια - τις αντιστοιχίες
απ’ το βυθό της μνήμης
αλλάζοντας τη διάταξη για να κρατήσει το ρυθμό
προχώραγε στη νέα παραλλαγή με τόση επιτυχία
που σκέφτηκε να σκίσει την πρώτη γλωσσική μορφή.
Ξάφνου
ο ίσκιος ενός γλάρου πάνω στα νερά
του θύμισε πως όλα τα πουλιά της μακρινής πατρίδας του
είχαν αποδημήσει ή σκοτωθεί.

Άννα (3)

Θα σε βρω.
Όπου πατάς
πέφτουν πράσινα φύλλα.

Στο παιδί μου
Αναγνωστάκης Μανόλης

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί.
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο.
Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο,
το λύκο λύκο,
το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς,
του μαθαίνω oνόματα σαν προσευχές,
του τραγουδώ τους νεκρούς μας.
Α, φτάνει πια!
Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

Αφιέρωση

Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
Για το σπίτι που χτίστηκε
Για τα παιδιά που μεγάλωσαν
Για τα πλοία που άραξαν
Για τη μάχη που κερδήθηκε
Για τον άσωτο που επέστρεψε
Για όλα όσα τελείωσαν χωρίς ελπίδα πια.

Σε κάποιον άλλο ουρανό

Βαρβιτσιώτης Τάκης
Ωραία τραγούδια
μου έφερε
τούτος ο μήνας,
το πρωτοβρόχι.
Τι χαρά,
τι ασφοδέλια,
τι κρίνοι!
Η απόστασή μου από τον ουρανό
μικραίνει.
Σβήνουνε τα βήματα.
Σε κάποιον άλλο ουρανό
μια πιο γλυκιά φωνή ανεβαίνει.

Οι πόνοι της Παναγιάς

Βάρναλης Κώστας

..................................
Πού να σε κρύψω γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποιαν κορφή ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που μες τα βρόχια της οργής ταχιά θενα σπαράξεις.
Συ θα’ χεις μάτια γαλανά, θα ’χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταβρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.
Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
που θα παγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…
Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κ’ η Αλήθεια σου χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δε μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταβρώσουν.
.................................................
(Η ορθογραφία είναι του ποιητή).

Μοναξιά δεν υπάρχει

Βρεττάκος Νικηφόρος

Μοναξιά δεν υπάρχει εκεί που ένας άνθρωπος
σκάφτει ή σφυρίζει ή πλένει τα χέρια του.
Μοναξιά δεν υπάρχει εκεί που ένα δέντρο
σαλεύει τα φύλλα του. Εκεί που ένα ανώνυμο
έντομο βρίσκει λουλούδι και κάθεται,
που ένα ρυάκι καθρεφτίζει ένα άστρο,
εκεί που βαστώντας το μαστό της μητέρας του
μ’ ανοιγμένα τα δυο μακάρια χειλάκια του
κοιμάται ένα βρέφος, μοναξιά δεν υπάρχει.
Η συντροφιά

Σαν Ευαγγέλιο κλειστό στο τραπέζι
το μαύρο ψωμί. Και μέσα του χέρια.
Εκείνο που κράτησε το στάρι και το ’σπειρε,
αυτό που το θέρισε, αυτό που το ζύμωσε.
Δεν είμαι μόνος.

Προκήρυξη

Τι βγαίνουνε μες απ’ τις κάνες
των τυφεκιών; Ποια αισθήματα;
Ποιος λόγος; Ποιο σωτήριο μήνυμα;
Ειδοποιείστε αυτούς τους στρατιώτες εκεί
που τυφεκίζουν το αύριο.

Το φτάσιμο

Δροσίνης Γεώργιος

Θα βραδιάζει η μέρα, όταν θα φτάνομε
στου χωριού τα’ αποσκιωμένα αλώνια
θα φανούν λευκά τα χωριατόσπιτα
πίσω απ’ των πεύκων τα’ ακροκλώνια.
Μακριά θ’ ακούγονται αρνιών βελάσματα
βραδινή καμπάνα θα σημαίνει
στη βρυσούλα βόδια θα ποτίζονται,
θα καπνίζουν φούρνοι φλογισμένοι.
Θα βαριανασαίνουμε στο διάβα μας
μυρωδιά από στάχυα θερισμένα.
Θα μας ευχηθούν το "καλώς ήρθατε"
χέρια από τον κάματο αργασμένα.
Από το κατώφλι αναμερίζοντας
του καιρού τα’ αγκάθια και τα χόρτα,
του κλειστού παλιόπυργου θ’ ανοίξουμε
τη βαριά τη σιδερένια πόρτα.

Του Γενάρη το ηλιοβασίλεμα

Του Γενάρη ηλιοβασίλεμα
γαλανό, καθάριο λάμπει,
στολισμένο με τα χρώματα
μιας μαγιάτικης αυγής.
Πρώιμη άνοιξη γιορτάζουμε
ο άλλος κόσμος άλλοι κάμποι:
Τ’ ουρανού τα ρόδ’ ανθίσανε
πριν ανθίσουνε της γης.

Ποίηση 1948

Εγγονόπουλος Νίκος

Τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια.
Σαν πάει κάτι
να γραφεί
είναι
ωσάν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων θανάτου
γι’ αυτό και
τα ποιήματά μου
είν’ τόσο πικραμένα
(και πότε, άλλωστε, δεν ήσαν;)
κ’ είναι
- προ πάντων -
και
τόσο
λίγα.

Είναι τα βλέφαρά μου

Εμπειρίκος Ανδρέας

Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες
Όταν τ’ ανοίγω, βλέπω εμπρός μου ό,τι
κι αν τύχει.
Όταν τα κλείνω, βλέπω εμπρός μου ό.τι
ποθώ.

Υπερωκεάνειον

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπιλιάδες
Χαίρε πού αφέθηκες να γοητευθείς απ’ τις σειρήνες
Χαίρε που δε φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

Βουβοί δρόμοι

Ζευγώλη - Γλέζου Διαλεχτή

Στην πόλη εδώ δεν έχει μονοπάτια
να καρτεράς να ’ρθουν οι αγαπημένοι,
να σου γεμίσουν φως τα δυο σου μάτια.
Μια λαχτάρα την ψυχή μου πλημμυράει γλυκιά ως το μέλι
Πού ξάγναντο να πάω και ν’ αγναντέψω,
αν έρχεται ο καλός ο κύρης μου απ’ τ’ αμπέλι;
Πού ξάγναντο να πάω να περιμένω
να φανείτε αδερφούλες μου, απ’ τη βρύση
με το κορμί στον πλατύ αιθέρα όλο γραμμένο;
Στην πόλη εδώ βουβοί, τυφλοί ’ναι οι δρόμοι κι όλο λύπη,
στην πόλη εδώ δεν έχει μονοπάτια,
να καρτεράς τη μάνα σου, ;άμα λείπει.
Άγιε παππού μου, εσέ πού να καθίσω
να καρτερέψω αργά τον ερχομό σου
και μες στο μούχρωμα να σε μαντέψω απά στο ζό σου;
Και τον καλό τον αδερφό απ’ τα’ αλώνι
κι απ’ το χωράφι, που εζευγάριζε όλη μέρα,
πού να πάμε να τον δούμε, άμα ζυγώνει;
Πού ν’ απλωθεί στα μάτια αντήλιο η παλάμη,
το σύντροφό σου ως πέρα να ζητήσεις
στο λόφο ή στη ραχούλα ή στο ποτάμι;
Και πού να δεις εδώ στα πέρα μονοπάτια
το γαλανό, το ηλιόχαρο παιδάκι, το ακριβό σου,
πού να το ιδείς να σου χαρούν τα μάτια;
Ποιο μονοπάτι εδώ την τρυφερή γιαγιά μπορεί να φέρει,
σκυφτή μέσα στο φως το αποσπερνό,
μ’ ένα κουκί βασιλικό για φύτεμα στο άσαρκο χέρι;
Στην πόλη εδώ βουβοί, τυφλοί ’ναι οι δρόμοι.
Πού ξάγναντο να πάω και ν’ αγναντέψω
γιατί δεν ήρθαν οι καλοί μου ακόμη;

Ίσως την αποπλύνει...

Ιωάννου Γιώργος

Μη φοβάσαι πια
την καλοκαιρινή βροχή
τις νύχτες που ξυπνάς
απ’ τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο.
Κλείσε τα μάτια μόνο καλύτερα,
κι άνοιξε κείνη την καρδιά σου.
Ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα.

Με το τρένο

Όλη νύχτα λέγανε ψαλμούς
-τους παίρνουν όπου να ’ναι τους Εβραίους.
Τα ξημερώματα ήρθαν και μας μίλησαν,
ξυπνήσαν το μικρό τους, έβρασαν αυγό
φεύγανε, λέει, ταξίδι με το τρένο…
Τώρα στο πάτωμά τους μπαινοβγαίνουν άλλοι.
Οι ίδιες πόρτες κλείνουν και γι’ αυτούς,
σ’ αυτά τα ίδια τα δωμάτια πλαγιάζουν.
Κι εγώ ακόμα, αμφιβάλλω αν τους πήρανε
και τα βραδάκια σιγοτραγουδώ στις σκάλες.

Ένας γέρος

Καβάφης Κωνσταντίνος

Στου καφενείου του βουερού το μέσα μέρος
σκυμμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος,
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.
Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.
Ξέρει που γέρασε πολύ, το νιώθει, το κοιτάζει.
Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χτες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.
Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα,
και πώς την εμπιστεύονταν πάντα – τι τρέλα!-
την ψεύτρα που έλεγε : ''Aύριο. Έχεις πολύν καιρό''
Θυμάται ορμές που βάσταγε, και πόση
χαρά θυσίαζε.
Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.
...Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίστηκε.
Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.

Δέησις

Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη.
Η μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει
στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και νάν’ καλοί καιροί
και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.
Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,
η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θα ’λθει πια ο υιός που περιμένει.
(Η ορθογραφία είναι του ποιητή).

Πούσι

Καββαδίας Νίκος

Έπεσε το πούσι αποβραδίς
το καραβοφάναρο χαμένο –
κ’ έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μέσ’ στην τιμονιέρα να με δεις.
Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί,
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου.
Κάτω στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.
Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυο του πόδια στις καδένες.
Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία θα ζαλιστείς.
Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κ’ είν’ αλάργα τόσο η Τοκοπίλα.
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλα.
Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ’ είδες,
έχω απ’ τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ’ απ’ τις Εβρίδες.

Αι ευχαί

Κάλβος Ανδρέας

Της θαλάσσης καλήτερα
Φουσκωμένα τα κύματα
Να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην
Έρημον βάρκαν.
Στην στεριάν, ’ς τα νησία
Καλήτερα μια φλόγα
Να ιδώ παντού χυμένην
Τρώγουσαν πόλεις , δάση,
Λαούς και ελπίδας.
Καλήτερα, καλήτερα
Διασκορπισμένοι οι Έλληνες
Να τρέχωσι τον κόσμον
Με εξαπλωμένην χείρα
Ψωμοζητούντες.
Παρά προστάτας να ’χωμεν.
........................

Εις Σάμον

Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.
........................

Τα ηφαίστεια

Βαθυά εις την άμμον βλέπω
Χαραγμένα πατήματα
Ζώντων παιδιών και ανθρώπων
Όμως πού είνε οι άνθρωποι,
Πού τα παιδία;..................
(Η ορθογραφία είναι του ποιητή.)

Ο Μιχαλιός

Καρυωτάκης Κώστας

Το Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.
Καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
με το Μαρή και με τον Παναγιώτη.
Δε μπόρεσε να μάθει καν το "επ’ ώμου".
Όλο εμουρμούριζε: "Κυρ - Δεκανέα,
άσε με να πάω στο χωριό μου.
Τον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο,
αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.
Εκάρφωνε πέρα σ’ ένα σημείο,
το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,
σα να ’λεγε, σα να παρακαλούσε:
"Αφήστε με στο σπίτι μου να πάω".
Κι ο Μιχαλιός επέθανε στρατιώτης.
Τον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ο Μαρής κι ο Παναγιώτης.
Απάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,
μα του άφησαν απέξω το ποδάρι:
Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος.

Η διαθήκη μου

Κατσαρός Μιχάλης

Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.
................................
Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες
ατέλειωτες τις παρελάσεις…
................................
Αντισταθείτε
σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα…
.................................
Αντισταθείτε
στα εργοστάσια πολεμικών υλών…
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους…
σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουν το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.
................................

Σιωπή

Κοκκαλίδου - Ναχμία Νίνα

Όλοι κοιμούνται,
μονάχα το κύμα κι εγώ δεν ησυχάζουμε.
Στο χάραμα κοιμήθηκε το κύμα
κι έμεινα μόνη μου
ν’ αφουγκράζομαι τη σιωπή.

Ειρήνη

Κοκκίνης Σπύρος

Έτσι απλά όπως το γράφουμε:
Σαν ένα χέρι φιλικό στον ώμο
σαν καλημέρα από φωνές πουλιών
και σα χωριάτικο ψωμί και παραμύθι.
Έτσι απλά όπως το γράφουμε:
σαν το χαμόγελο του ήλιου στα περβόλια
σαν προσευχή της μάνας μας
και σαν παράθυρο ανοιγμένο στη λιακάδα.
Έτσι απλά όπως το γράφουμε:
σαν καμινάδα που σφυρίζει στον αέρα
σαν ιδρωμένο μέτωπο
και σαν καμπάνα μυστική του δείπνου.
Έτσι απλά όπως το τραγουδάμε
Μέσα απ’ τις σάλπιγγες των παιδικών χεριών:
Ειρήνη! Ειρήνη! Ειρήνη!

Το μαστορόπουλο

Κοτζιούλας Γιώργος

Τον πήρα τον Κολιό,
τον πήραν οι μαστόροι,
παιδί απ’ το σκολειό
να μάθει πηλοφόρι.
Καρδιά πονετική
τον ξέβγαλε με κλάμα:
"Τετράδη Κυριακή
θα καρτερώ για γράμμα".
Δε σώνει άλλο να ιδεί
παιδεύεται το μάτι
κρατούσε ένα ραβδί,
το στρώμα του στην πλάτη.
Μας έφυγε ο Κολιός
κι είχε μια τέτοια λύπη
θα ’ναι όλοι δω τ’ Αϊ - Λιος
και μόνο αυτός θα λείπει.
Κούσουλας Λουκάς
Πρώτα γενέθλια

Μεγαλώνεις πλάι μου -
κι εγώ μικραίνω.
Έμαθες να περπατάς -
κι εγώ αρκουδίζω.
Έμαθες να γελάς -
κι εγώ δακρύζω.
Έμαθες να μιλάς -
κι εγώ τα χάνω.

Το ηλιοβασίλεμα

Κρυστάλλης Κώστας

Πίσω από μακρινές κορφές ο ήλιος βασιλεύει
και τ’ ουρανού τα σύννεφα χίλιες βαφές αλλάζουν,
πράσινες, κόκκινες, ξανθές, ολόχρυσες, γαλάζες,
κι ανάμεσά τους σκάει λαμπρός λαμπρός ο αποσπερίτης.
Την πύρη του καλοκαιριού τη σβήει γλυκό αγεράκι,
που κατεβάζουν τα βουνά, που φέρνουν τ’ ακρογιάλια.
Ανάρια τα κλωνάρια του κουνάει ο γερο - πεύκος
και πίνει και ρουφάει δροσιά κι αχολογάει και τρίζει.
Η βρύση η χορταρόστρωτη δροσίζει τα λουλούδια,
και μ’ αλαφρό μουρμουρητό γλυκά τα νανουρίζει.
Θολώνει πέρα η θάλασσα, τα ριζοβούνια ισκιώνουν,
τα ζάλογκα μαυρολογούν, σκύβουν τα φρύδια οι βράχοι,
κι οι κάμποι γύρω οι απλωτοί πράσινο πέλαο μοιάζουν.

Τραγουδάς το χιόνι...

Κυριαζής Γ. Αθανάσιος

Τραγουδάς το χιόνι από το σπίτι
μέσα στη ζεστή σου γειτονιά;
Να το τραγουδήσεις απ’ του αλήτη,
αν μπορείς την ξέσκεπη γωνιά.
Να το τραγουδήσεις με το χτίστη
στ’ ανεμοδαρμένο του γιαπί
με την εργατιά, γεμάτη πίστη
που τους πάγους σπάει με το τσαπί.
Να το τραγουδήσεις ζευγολάτης
της κρουσταλλιασμένης γης σποριάς
στα ψηλά γιδόστρατα αγωγιάτης,
που στο χιόνι τα ’θαψε ο βοριάς.
Να το τραγουδήσεις στο σοκάκι,
σαν εμένανε, όπως, μια βραδιά,
χιόνι από το τρύπιο μου σακάκι
γέμιζε την άδεια μου καρδιά.

Τα καημένα τα πουλάκια

Λαπαθιώτης Ναπολέων

Κρύο βαρύ, χειμώνας έξω, Τα πουλάκια είναι στα δέντρα,
τρέμουν οι φωτιές στα τζάκια τα πουλάκια είναι στα δάση,
τώρα, ποιος τα συλλογιέται -τα πουλάκια θα τα πάρει
τα καημένα τα πουλάκια. ο βοριάς που θα περάσει
Τα πουλάκια είναι στα δέντρα, η βροχή και το χαλάζι
τα πουλάκια είναι στα δάση, κι ο βοριάς που θα περάσει
-τα πουλάκια θα τα πάρει - και το χιόνι, που το παίρνουν,
ο βοριάς που θα περάσει στις αυλές με το φαράσι…
η βροχή και το χαλάζι Στα παιδάκια είναι τα χάδια,
κι ο βοριάς που θα περάσει στα παιδάκια, τα φιλάκια:
και το χιόνι, που το παίρνουν, τώρα, ποιος τα συλλογιέται
στις αυλές, με το φαράσι... τα καημένα τα πουλάκια;
Κι αν η νύχτα είναι μεγάλη, Κι όταν γίνει, πάλι, βράδυ,
κι έρχεται γιομάτη τρόμους, κι όλοι πάνε να πλαγιάσουν,
κι αν ο θάνατος απόψε, να χωθούν μες στα κρεβάτια,
φέρνει γύρα, μες στους δρόμους, μην τυχόν και ξεπαγιάσουν,
κι αν η παγωνιά θερίζει, τα πουλάκια τα καημένα,
κι είναι δίχως ρουχαλάκια, τα πουλάκια, τώρα, πέρα
δε βαριέσαι - ποιος θυμάται θα χαθούν χωρίς ελπίδα
τα καημένα τα πουλάκια… να φανούν την άλλη μέρα...

Αθανασία

Λειβαδίτης Τάσος

Οι παλιοί σύντροφοι
δεν πέθαναν,
αλλά κατοικούν τώρα
στο βάθος των δρόμων –
όποιον κι αν πάρεις
θα τους συναντήσεις.

Μη σημαδέψεις την καρδιά μου

...................
Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δε θα ’θελα να το λαβώσεις.

Φθινοπωρινό σούρουπο

Βράδιαζε και στο βάθος του φθινοπωρινού δρόμου
λιγόστευε όλο και πιο πολύ το φως
σα να τέλειωνε για πάντα ο κόσμος.

Αυτοπροσωπογραφία

Τόσο φοβισμένος, που όταν μου έπαιρναν κάτι
τους ευγνωμονούσα,
που μου άφηναν τουλάχιστον
την ανάμνησή του.

Αισθητική

Όσο για κείνη την ιστορία υπάρχουν πολλές εκδοχές.
Η καλύτερη όμως είναι πάντα αυτή που κλαις.

Τοπίο

Λόρκα Φεντερίκο Γκαρθία

Ο κάμπος
με τα λιόδεντρα
ανοίγει και κλείνει
σαν βεντάγια.
Πάνω στον ελαιώνα
ένας ουρανός βαθύς
και μια σκούρα βροχή
από κρύα αστέρια.
Καλαμιές και σκιά τρέμουν
στου ποταμού την όχθη.
Ο γκρίζος αέρας κυματίζει.
Τα λιόδεντρα
φορτωμένα από κραυγές.
Ένα σμάρι
αιχμάλωτα πουλιά
που κουνάνε τις μακριές
μακριές ουρές τους στη σκιά.
(Μετάφραση Αντρέα Αγγελάκη)

Επιτάφιος για το Μ…

Μπρεχτ Μπέρτολτ

Ξέφυγα από τους καρχαρίες
Και νίκησα τους τίγρεις
Μ’ έφαγαν όμως
Οι κοριοί.

Ο καπνός

Το μικρό σπιτάκι στη λίμνη κάτω απ’ τα δέντρα
Από τη στέγη του υψώνεται ο καπνός.
Αν έλειπε
Πόσο γυμνά θα φαίνονταν
Το σπίτι, τα δέντρα και η λίμνη.
Το κομμένο σκοινί

Το κομμένο σκοινί
Μπορείς να το ξαναδέσεις.
Θα κρατήσει πάλι, ωστόσο
Θα’ ναι κομμένο.
Ίσως πάλι ν’ ανταμώσουμε,
Μα εκεί που μ’ άφησες
Δεν πρόκειται ποτέ
Να με ξαναβρείς.
(Μετάφραση Μάρκαρη Πέτρου)

Να το ποτίσεις

Παναγούλης Αλέξανδρος

Μην κλαις για μένα
ας ξέρεις πως πεθαίνω
να με βοηθήσεις δεν μπορείς.
Μα δες εκείνο το λουλούδι
για κείνο που μαραίνεται σου λέω.
Να το ποτίσεις.
Πρέπει να ζήσεις

Αν για να ζήσεις Λευτεριά
τροφή τις σάρκες μας ζητάς
και για να πίνεις
αίμα και δάκρια δικά μας θέλεις
θα σου τα δώσουμε
πρέπει να ζήσεις.

Για σένα

Αγάπης λέξεις ξεχασμένες
αναστημένες
με φέρνουν πάλι στη ζωή.
Οι σπίθες

Κάθε σπίθα
υπόσχεση φωτιάς.
Κι είναι χιλιάδες σπίθες.
Κάποια απ’ αυτές
θ’ ανάψει τη φωτιά.

Χειμερινή προσευχή

Σινόπουλος Τάκης

Τα σύγνεφα μαρμάρωσαν ψηλά στο σιωπηλό ουρανό
και μουχλιασμένο φως και υγρό στην πολιτεία πλανιέται
και δοκιμάζ’ η παγωνιά στη φτώχια τα καρφιά της.
Σκέλεθρο μέσα σε σιωπή, μια μάνα - που ’χει μάτια
λουλούδια αρρωστημένα, ωχρά, γιομάτα δροσοστάλες -
γονατιστή σε προσευχή παρακαλεί τα Ουράνια
ήλιο να στείλουν και ψωμί και πίστη και ειρήνη,
για το λαό, που αναιμικός θα σβήσει, δεν αντέχει.

Η Ξανθούλα

Σολωμός Διονύσιος

Την είδα την Ξανθούλα Και το χαιρετισμό της
Την είδα ψες αργά, εστάθηκα να ιδώ,
που εμπήκε στη βαρκούλα ως που η πολλή μακρότης
να πάει στην ξενιτιά. μου το ’κρυψε κι αυτό.
Εφούσκωνε τ’ αέρι Σ’ ολίγο, σ’ ολιγάκι
λευκότατα πανιά, δεν ήξερα να πω,
ωσάν το περιστέρι, αν έβλεπα πανάκι,
που απλώνει τα φτερά. ή του πελάου αφρό.
Εστέκονταν οι φίλοι Και αφού πανί, μαντήλι,
με λύπη, με χαρά, εχάθη στο νερό,
και αυτή με το μαντήλι εδάκρυσαν οι φίλοι,
τους αποχαιρετά. εδάκρυσα κι εγώ.

Γαλήνη

Δεν ακούεται ούτ’ ένα κύμα
εις την έρμη ακρογιαλιά,
λες και η θάλασσα κοιμάται
μες στης γης την αγκαλιά.

Εαρινό

Φιλύρας Ρώμος

...Ένα πουλάκι μέσα μου λαλεί
και τρέμει, φτερουγίζει, λαχταρεί
κάτι απαλό κι απόκοσμο πολύ...
Και νιώθοντας πως κάτι το καλεί
και θαρρώντας πως άκουσε φωνούλα,
τρέμει, σάμπως στο λούλουδο η δροσούλα
και κοντεύει να φύγει απ’ την ψυχή μου
και πετώντας στα μάκρη της αβύσσου
να γίνει χερουβίμ του παραδείσου...

Φθινόπωρο

Χατζόπουλος Κωνσταντίνος

Άσε το φθινόπωρο
γύρω σου να στρώσει
τ’ άνθη τα στερνά
μια ζωή πεθαίνει
μια ζωή περνά -
τάχα σε προσμένει
μια άνοιξη ξανά;
Άσε το φθινόπωρο
γύρω σου ν’ απλώσει
μια στερνή ευωδιά
μια φωνή σωπαίνει,
μια χαρά χαμένη
μέσα στην καρδιά -
τα στερνά τα φύλλα
παίρνει το φθινόπωρο
γύρω απ’ τα κλαδιά.

Κι όταν φτάσει η άνοιξη...

Κι όταν φτάσει η άνοιξη
κι έρθουν τα πουλιά
και αν γυρίσουν τ’ άνθη,
σαν έναν καιρό
θα σε περιμένω.
Κι όταν έρθει πάλι
και το καλοκαίρι
με το μαϊστράλι,
σαν έναν καιρό
θα σε περιμένω.
Μα όταν το φθινόπωρο
ξαναφτάσει υγρό
και συννεφιασμένο,
θα ’ρθω να σε βρω...
δε θα περιμένω.

Χτίστες

Χικμέτ Ναζίμ

Τραγουδάνε οι χτίστες.
Να χτίζεις μη θαρρείς που’ ναι να τραγουδάς ένα τραγούδι.
Είναι μια υπόθεση
κάπως πιο δύσκολη.
Των οικοδόμων η καρδιά είναι σαν μια πλατεία για γιορτές,
λαμποκοπάει,
μα η σκαλωσιά δεν είναι μια πλατεία για γιορτές,
εκεί ’ναι λάσπη κι άνεμος και χιόνι,
τα χέρια που ματώνουν.
Εκεί δεν είναι πάντα φρέσκο το ψωμί,
πάντα ο καφές ζεστός δεν είναι.
Να χτίζεις μη θαρρείς που’ ναι να τραγουδάς ένα τραγούδι,
μα είναι λεβέντες όλο πείσμα οι χτίστες,
κι η οικοδομή ανεβαίνει, μ’ έφοδο τον ουρανό κυριεύει,
ψηλά και πιο ψηλά, πάντα ψηλότερα.
Στο πρώτο κιόλας πάτωμα
αράδιασαν τις γλάστρες τα λουλούδια,
και πάνω στα φτερά τους τα πουλιά
τον ήλιο φέρνουνε στο πρώτο μπαλκονάκι...


Επιστολές και ποιήματα

(1942 – 1946)
Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν την αρμενίσαμε ακόμα.
Το πιο όμορφο παιδί
δε μεγάλωσε ακόμα.
Τις πιο όμορφες μέρες
τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις ζήσαμε ακόμα
κι αχ ό,τι πιο όμορφο θα’ θελα να σου πω
δε στο ’πα ακόμα.
(Μετάφραση Γιάννη Ρίτσου)

Το παλάτι

Ψυχάρης Γιάννης

"Στης θάλασσας απάνω τα νερά,
ένας τεχνίτης με μυαλό και γνώση,
μεγάλο αγώνα είχε μια φορά
παλάτι ξακουστό να θεμελιώσει".
Έριξε πέτρες, μάρμαρα βουνά
ριζώνει βράχος φοβερός στον πάτο
ο βράχος ανεβαίνει τώρα να
που βγαίνει και παλάτι απ΄ τα κάτω.
Έτσι και συ, μ΄ όλη την τρικυμιά,
στα βάθια της ψυχής μας να ριζώσεις,
στη γλώσσα του λαού, που είναι μια,
παλάτι ξακουστό να θεμελιώσεις.


Bologna 21/02/02
Φωτογραφία κειμένου :
King is Dying
Πόστερ
Του Walkuski Wieslaw ( 2002 )
Ακρυλικό σε χαρτί 38 x 26,5 cm